Λυτρωμένος από την κατάθλιψη, τον αλκοολισμό και τις σκέψεις αυτοκτονίας!!
Μεγάλωσα σε μια καθολική οικογένεια και γι’ αυτό το λόγο κατά κάποιο τρόπο πίστευα πάντα στον Θεό. Υπήρξαν στιγμές, όπου ήμουν αναγκασμένη να πηγαίνω στην εκκλησία, και στιγμές, όπου σε αυτές τις εκκλησίες αναζητούσα -και μάλιστα εθελοντικά- κάτι, χωρίς όμως να γνωρίζω, τι θα έπρεπε να κάνω ή αν πραγματικά υπάρχει ο Θεός. Οι γονείς μου δεν πήγαιναν στην εκκλησία, όπως επίσης κανένας από τους συγγενείς μου, εκτός του παππού μου, ο οποίος το έκανε σχεδόν διακριτικά.
Οι γονείς μου είχαν πάντα μια ψυχρή σχέση μεταξύ τους και παρόλο που είχαν πέντε παιδιά, στην οικογένειά μας δεν έμοιαζε τίποτα φυσιολογικό. Άρχισα να μισώ τον πατέρα μου, επειδή ήξερε μόνο να είναι σκληρός και ποτέ δεν έδειξε αγάπη ή τουλάχιστον να πει μια φορά «ευχαριστώ» ή να μας ενθαρρύνει με ένα «μπράβο» (στις τέσσερεις πρώτες σχολικές χρονιές κόπιαζα πραγματικά για να είμαι ο καλύτερος). Ούτε η μητέρα μου και οι αδελφές μου δεν είχαν ουσιαστικά καλή σχέση με τον πατέρα μου. Ούτε αυτοί ήταν σε θέση να μιλήσουν φυσιολογικά μαζί του, εκτός από το να παραθέτουν ψυχρά δεδομένα ή να τσιρίζουν και να φωνάζουν.
Έτσι άρχισα με τα δώδεκά μου να πίνω αλκοόλ, να πηγαίνω με «φίλους» σε μπαράκια ή σε εστιατόρια ή απλά να χασομεράω σε σπίτια φίλων μου. Aυτοί οι «φίλοι» μου ήταν μεγαλύτεροι μου και γι’ αυτό είχαν καλύτερη δυνατότητα πρόσβασης σε αλκοόλ. Ξεκίνησα να κλέβω εμπορικά κέντρα και ποδήλατα, καθώς και να καταστρέφω διάφορα πράγματα στη γειτονιά μου. Οι γονείς μου είχαν πλήρη άγνοια που είχα μπλέξει. Το κλαπ των οπαδών μιας μεγάλης ομάδας της Βαυαρίας έγινε το δεύτερο σπίτι μου. Το θεωρούσα μαγκιά εγώ ένας δεκατριάρης να κάνει παρέα με μεγαλύτερους που ήταν από δεκαέξι μέχρι εικοσιπέντε χρονών. Μέσω αυτών των ανθρώπων είδα και έκανα άσχημα πράγματα, που θα μπορούσα να τα είχα αποφύγει. Με τα δεκαέξι μου κάποιοι φίλοι μου έμαθαν να καπνίζω μαριχουάνα και χασίσι, ενώ δοκίμασα και ψυχοφάρμακα σε συνδυασμό με αλκοόλ. Αυτά ήταν βέβαια και τα μόνα πράγματα που μας ένωναν.
Μέσα μου ένοιωθα να πνίγομαι, γιατί γνώριζα ότι αυτά που κάνω ήταν ανάρμοστα. Τότε δε γνώριζα τίποτα γύρω από την αμαρτία και το πώς κανείς στα μάτια του Θεού μπορεί ελεύθερος πια να αναγεννηθεί. Ορκιζόμουν συχνά και μάλιστα στο όνομα του Θεού και μερικές φορές Τον έβριζα. Το αποτέλεσμα ήταν να κλειστώ στον εαυτό μου και να γίνω καταθλιπτικός. Δεν είχα κυριολεκτικά κανέναν, με τον οποίο να μπορώ να μιλήσω. Πολλές φορές σκεφτόμουν την αυτοκτονία και με ποιο τρόπο θα την εκτελούσα, κάτι το οποίο ενισχυόταν από τη μουσική που άκουγα τακτικά από διάφορους τραγουδιστές και συγκεκριμένες μουσικές μπάντες. Δύο φορές αποπειράθηκα πραγματικά να αυτοκτονήσω, όμως ο Θεός δεν το επέτρεψε, και έτσι τα κατάφερα να γλυτώσω. Λίγο μετά γνώρισα μία κοπέλα από το σχολείο, η οποία είχε παρόμοια προβλήματα και τελικά τα φτιάξαμε. Έχτισα όλη τη ζωή μου πάνω της. Ήταν η πρώτη πραγματική σχέση μου με μια γυναίκα και μαζί της έζησα όλες τις επιπτώσεις της: Οδύνη, χαρά, ζήλεια, εξάρτηση,...
Η στροφή στη ζωή μου όμως ήρθε στα είκοσι μου χρόνια, όταν υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία. Εκεί γνώρισα έναν αστείο, έξυπνο νεαρό, ο οποίος ισχυριζόταν ότι έγινε εδώ και χρόνια χριστιανός, μετά από μια πολύ δυναμική «εμπειρία προσηλυτισμού». Πριν ήταν ένας μορφωμένος που πίστευε στην εξελεκτική θεωρία, όμως είχε την τύχη ο Θεός να του δείξει τη δύναμή Του και να του αλλάξει τη ζωή μέσα σε μια μέρα, όμοια με την εμπειρία του Παύλου (Πράξεις 9:3-5). Από εκείνη τη μέρα απόκτησε ξεκάθαρο στόχο για τη ζωή του, βρίσκοντας απαντήσεις στις πιο σημαντικές απορίες του: «Από πού ερχόμαστε; Γιατί υπάρχουμε; Πού θα καταλήξουμε;», και γνώριζε ότι αφού κάνει το χρέος του σε αυτή τη ζωή, θα πάει στον Παράδεισο. Σε όλη μου τη ζωή δεν είχα προηγουμένως γνωρίσει έναν αληθινό χριστιανό, που να μπορεί να μαρτυρήσει τη δύναμη του Θεού, τα θαύματα Του και τις προσευχές που εισακούστηκαν από Αυτόν, και που να μπορεί να εξηγήσει τις έννοιες της συγχώρεσης, της δικαιοσύνης και τον ουσιαστικό λόγο της ύπαρξης μας. Μου δίδαξε επίσης όλα γύρω από τις ψευδοεκκλησίες, οι οποίες όσο μεγάλες και να είναι όπως η Καθολική, δεν έχουν σταθερά θεμέλια, τα οποία δεν μπορούν να είναι άλλα από τον ίδιο τον Χριστό.
Μέσα σε τρεις μήνες άλλαξαν όλα: Άρχισα να διαβάζω για τον Θεό στην Βίβλο και χωρίς να γνωρίζω οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, θέλησα να γίνω χριστιανός (δεν είχα επισκεφθεί καμία συνάθροιση τους, προτού προσηλυτιστώ). Σκέφτηκα: «αν όλα αυτά που μου είπε αυτός ο νέος είναι αλήθεια, τότε θα λάβω το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή της γλωσσολαλίας σε νέες γλώσσες, όπως αναφέρεται και στην Αγία Γραφή. Κατόπιν μπορώ να βαφτιστώ και να αρχίσω μια νέα ζωή, αγνός και χωρίς αμαρτίες. Η κοπέλα μου ακολούθησε κι αυτή αυτόν το δρόμο, λυτρώθηκε, όμως τελικά τον αποκήρυξε, επειδή η φιλαυτία της και η κλίση της στις επίγειες απολαύσεις ήταν πιο ισχυρά κίνητρα από την αγάπη της στον Θεό (Λουκάς 8:14). Ο Θεός με κράτησε στο δρόμο Του μέχρι σήμερα, 19 χρόνια αργότερα, και με ευλόγησε με πολλές χαρές και μία θαυμάσια οικογένεια. Κράτησε πάντα το λόγο Του, ακόμα και όταν φαινόμουν αδύναμος ή απλά αποτύγχαινα:
„
ΕΠΕΙΔΗ ΠΑΝΤΕΣ ΗΜΑΡΤΟΝ ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΟΥΝΤΑΙ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΔΕ ΔΩΡΕΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙΝ ΑΥΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΙΗΣΟΥ. ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ Ο ΘΕΟΣ ΠΡΟΕΘΕΤΟ ΜΕΣΟΝ ΕΞΙΛΕΩΣΕΩΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΕΝ ΤΩ ΑΙΜΑΤΙ ΑΥΤΟΥ ΠΡΟΣ ΦΑΝΕΡΩΣΙΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΑΥΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΦΕΣΙΝ ΤΩΝ ΠΡΟΓΕΝΟΜΕΝΩΝ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΠΡΟΣ ΦΑΝΕΡΩΣΙΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΑΥΤΟΥ ΕΝ ΤΩ ΠΑΡΟΝΤΙ ΚΑΙΡΩ ΔΙΑ ΝΑ ΗΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΚΑΙΟΝΗ ΤΟΝ ΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ."
(ΡΩΜΑΙΟΥΣ 3:23-26).
Δοξάζω τον Θεό για την υπεροχή και το έλεός Του!

Comments
Post new comment